|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο peak παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: rate
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | peak n | (mountain top) | κορυφή ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | κορφή, βουνοκορφή ουσ θηλ | | | Gladys and Dawn reached the peak breathless but happy. | | | Η Γκλάντις και η Ντον έφτασαν στην κορυφή ξέπνοες αλλά χαρούμενες. | | peak n | (top) | κορυφή ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | κορφή ουσ θηλ | | | From the roof's peak, Janice could see right across the valley. | | | Από την κορυφή της σκεπής η Τζάνις μπορούσε να δει μέχρι την άλλη άκρη της κοιλάδας. | | peak⇒ vi | (reach high point) | κορυφώνομαι ρ αμ | | | (καθομ, μεταφορικά) | πιάνω κορυφή έκφρ | | | The singer's popularity peaked with his second album; sales of his third album were much lower. | | | Η δημοτικότητα του τραγουδιστή κορυφώθηκε με τον δεύτερό του δίσκο· οι πωλήσεις του τρίτου του δίσκου ήταν πολύ πιο χαμηλές. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | peak adj | (maximum, time of greatest use) (σε γενική) | αιχμής ουσ ως επίθ | | | | υψηλής ζήτησης φρ ως επίθ | | | The price of gasoline increases during peak travel times. | | peak n | (mountain with a pointed top) | βουνοκορφή ουσ θηλ | | | Ben and Adam looked at the peaks stretching out before them. | | peak n | figurative (high point) (μεταφορικά) | αιχμή, κορυφή ουσ θηλ | | | | απόγειο ουσ ουδ | | | | το μέγιστο άρθ ορ + ουσ ουδ | | | | μέγιστη τιμή επίθ + ουσ ουδ | | | Maxine is at the peak of her career right now. | | | Sales of this product reached a peak in December, but then declined. | | | Η Μαξίν βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας της. | | | Οι πωλήσεις αυτού του προϊόντος έφτασαν το μέγιστο τον Δεκέμβριο αλλά μετά μειώθηκαν. | | peak n | (visor of a cap) | γείσο ουσ ουδ | | | Not wanting to be noticed, Liam pulled the peak of his cap lower over his eyes. | | peak⇒ vi | (come to a point) | υψώνομαι, ορθώνομαι ρ αμ | | | The mountain peaks high above them. |
|
|